Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Άραγε γιατί;

                                                    Άραγε γιατί;

Είχε νυχτώσει, πέρασα από την πλατεία τα παγκάκια ήταν άδεια, διάλεξα ένα και κάθισα δίπλα από το δρόμο. Στη μέση ένα κυκλικό κουβούκλιο όπου έπαιζε η ορχήστρα του δήμου, κάθε Κυριακή βράδυ. Απέναντι το πράσινο κτίριο του κυβερνείου, ένας τυφεκιοφόρος σκοπός στην πόρτα, εκεί τελείωνε και ο δρόμος μετά ήταν η θάλασσα, από αριστερά ήταν η σιδηροδρομική γραμμή όπου πήγαινε στον λιμενοβραχίονα, εκεί που ήταν αραγμένο το βαπόρι μου. Δίπλα μου ανυψώνονταν δένδρα φοίνικες σε φόρμα κυκλική. Τα κορίτσια της νύχτας πέρναγαν από εκεί για να κόψουν δρόμο από ένα μονοπατάκι όπου οδηγούσε στο μπαρ η γαλάζια θάλασσα που ήταν ακριβώς πίσω από το ξενοδοχείο του βορρά αυτό που ήταν απέναντι απ’ το κυβερνείο.
Σκέφτηκα στη ζωή μου σε πόσες πλατείες έχω κάτσει μοναχός κάνοντας όνειρα, ρίχνοντας νοσταλγικές σκέψεις, μάλλον αποζητώντας κάτι τι το απρόοπτο κάτι τι που δεν ερχόταν, κάτι τι που δεν αγοράζεται, αρχίζοντας από την Κούβα, την Κόστα Ρίκα, την Ονδούρας, το Βερακρούζ του Μεξικού, το Central Park στη Νέα Υόρκη, το café du monde στην Γαλλική συνοικία της Νέας Ορλεάνης, και τώρα εδώ σε τούτη την χώρα. Η ζωή του ναυτικού τόσο αφιλόξενη, σκληρή, ωμή!
Σηκώθηκα.
Πήρα το δρόμο για το βαπόρι, δεν μίλησα κανενός, εξ’ άλλου τι να πω;
Γυναίκες υπήρχαν ένα σωρό, ήταν ακατανόητο γιατί να θέλω εκείνη; Ποιος θα με καταλάβαινε; Αφού ούτε ο ίδιος δεν μπορούσα να καταλάβω τον εαυτόν μου;
Μια μοναξιά που η θάλασσα την έκανε ακόμη πιο λυπητερή, το πέλαγος άνοιγε την πληγή και της έριχνε αλάτι, μια μοναξιά που δεν έχει αντίδοτο, μια μοναξιά που σκοτώνει. Μόνο ο χρόνος αυτός είναι ο γιατρός, αλλά κι αυτός τόσο αργός λες και βαδίζει σαν κοχλίας, δεν βιάζεται να φύγει, αν αντέξεις έως τότε θα σε γιάνει. Πήρα απόφαση πρέπει να ξεχάσω.
Ξανά στο λιμάνι, πήγα με φίλους σε μπαρ, διασκέδαση, στον δρόμο είδα κάποια που της έμοιαζε, ταράχτηκα, ήταν βράδυ, μπήκε με παρέα σε κινηματογράφο, περίμενα, περίμενα να τελειώσει, όταν βγήκε έπεσα πάνω της. Όχι δεν ήταν εκείνη…
Τότε κατάλαβα ότι δεν είχα ξεχάσει.
Άρα γιατί;
Μετά άλλαξα βαπόρι πήγα ταξίδια μακριά στον Ινδικό Ωκεανό, γνώρισα καινούργιους ανθρώπους.
Γαβριήλ Παναγιωσούλης

Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Ένας Μικρός Θεός:

                                         Όλοι οι άνθρωποι μοιάζουμε


                                            Ένας μικρός Θεός
Να σταματήσεις στο παιδικό νοσοκομείο είπε ο ένας επιβάτης. Η μάνα που καθόταν δίπλα μου άνοιξε την πόρτα, περίμενε μου είπε, μαζί της κατέβηκε και ο παπατζής που καθόταν στο πίσω κάθισμα. Μια  καλόγρια με ένα πεταλουδί άσπρο καπέλο τους άνοιξε την πόρτα του νοσοκομείου,  έφεραν χαρτιά της μάνας.
-Υπόγραψε κυρά μου,  είπε η καλόγρια
-Μα δεν ξέρω γράμματα, είπε η μάνα
-Τότε ας υπογράψει ο πατέρας,
 -Μα αυτός δεν είναι ο πατέρας του,
Η καλόγρια θύμωσε,
-Πάρε το χαρτί αυτό και πήγαινε στο διπλανό σπιτάκι, Anfiteatro γράφει στην πόρτα  θα το δώσεις  στον φύλακα κι αυτός θα σου δώσει το φέρετρο  του παιδιού σου.  
Ο παπατζής έβαλε την τράπουλα στην τσέπη του, σήκωσε στην αγκαλιά του το μικρό άσπρο φέρετρο και το απόθεσε στο Πορτμπαγκάζ του ταξί, δίπλα έβαλαν το πανέρι με τα καθρεφτάκια, αυτό με τα τηγανιτά ψάρια κι από πάνω το σκέπασαν με το πανέρι του παπατζή.
Η μάνα κάθισε δίπλα μου έκλαιγε, οι άλλοι στο πισινό κάθισμα κουβέντιαζαν.
-Αν έφερνες το παιδί νωρίτερα, ίσως να γλύτωνε, είπε αυτός που πούλαγε τα ψάρια.
-Αν ερχόταν ο γιατρός, είπε η μάνα.
-Αν είχαμε λεφτά είπε αυτός που πούλαγε τα καθρεφτάκια.
-Τα πολλά αν δεν ωφελούν είπε ο παπατζής, θα σας ρίξω τα χαρτιά να δούμε τι του έγραφε η τύχη. Ανακάτεψε την τράπουλα;
-Τράβα  ένα χαρτί,  είπε της μάνας
-Ο άσσος μπαστούνι, το χαρτί του θανάτου, μα είναι φανερό ήταν θέλημα Θεού έτσι να γίνει. Αν είχα το πανέρι μου εδώ θα σας έλεγα από τι ακριβώς πέθανε το παιδί. Το ξανθό λουστράκι τους κοίταζε όλους με ανοιχτό τον στόμα, εντύπωση του έκανε ο παπατζής τα τόσα πολλά που ήξερε, δηλαδή μπορεί να ήταν κι ένας μικρός Θεός, γυρίζοντας προς εμένα μου ψιθύρισε.
-Εγώ μόνο για το ξενύχτι έρχομαι, να φάω κάτι ότι μου δώσουν.
Είχε πια βραδιάσει όταν φτάσαμε στο χωριό, η τροπική ζέστη ανυπόφορη, άνοιξα το πορτμπαγκάζ  ένας από τους άνδρες πήρε στον ώμο του το μικρό άσπρο φέρετρο, οι άλλοι ακολουθούσαν, η μάνα έμεινε τελευταία.
Οι ντόπιοι έκαναν γύρω μου έναν κύκλο μου είπαν να κάτσω για το ξενύχτι, κόσμος μαζεύτηκε, είχαν φέρει  ρούμι,  μαύρο καφέ, και αρκετά κομποσκοίνια για τις γυναίκες που θα έψαλλαν το Άβε Μαρία… έβαλαν το φέρετρο πάνω σε δυο καρέκλες, το πάτωμα της καλύβας τους χωματένιο,  η σκεπή από φύλλα φοινικιάς,    η τελετή έτοιμη ν’ αρχίσει.  Από σέβας κάθισα καμιά ώρα  μετά έβαλα πλώρη για το λιμάνι, για τα γνωστά μου μέρη.  Το  ξανθό λουστράκι αυτό που μου γυάλιζε το ταξί με ακολούθησε, πάντα είχε και το κασελάκι για να γυαλίζει παπούτσια μόνο που τούτη τη φορά οι επιβάτες δεν φορούσαν παπούτσια,  στον γυρισμό πέρασα απ’ το Μπαρ  Μόντε Κάρλο, άφησα το λουστράκι να γυαλίζει τα παπούτσια των ναυτικών, οι ναυτικοί γλεντούσαν, ο Γιάννης απ’ το Θιάκι με φώναξε  να με κεράσει,  όχι του είπα, άλλη φορά.      

Γαβριήλ Παναγιωσούλης     

 






Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Σπήλαιο Δρογαράτι Κεφαλονιά


Στην Κεφαλονιά επισκεφθήκαμε την Σπηλιά Δρογαράτη, κατεβαίνεις 94 σκαλοπάτια
Ένα εξαιρετικό όμορφο φαινόμενο Αύγουστος 2017 






Σταλακτίτες

Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Χθεσινές μνήμες

Σημερινές εντυπώσεις 2017, χθεσινές μνήμες από τα Μαρκάτα


Πίσω  από τον πάγκο υπήρχαν ράφια με πραμάτειες, 
μια ολόκληρη σκαντζιά, πάνω σε αυτή ήταν ένας 
γάντζος από όπου κρεμόταν σπάγκοι χορταρένιοι 
κίτρινοι μοιάζανε σαν άχυρα. Ένα κουτί τενεκεδένιο 
με σαρδέλες ένα με σκουμπριά, δίπλα κόλες 
στρατσόχαρτο παρέκει η παλάντζα, στο αριστερό 
μέρος βουτσιά με κρασί δεξιά τραπεζάκια για ξερή 
ή κοντσίνα. 
Απ’ το ταβάνι κρεμόταν μια λάμπα πετρελαίου, 
στις γωνίες κάτι κορδέλες για να κολλάνε οι
μύγες, μερικές ζουζούνιζαν ακόμη, λες και χόρευαν 
τον χορό του Ζαλόγγου.    
Έτρεχα με την ψυχή στον στόμα, με είχε στείλει 
η μάνα μου με ένα τάλιρο   να αγοράσω ένα λουλάκι,
θα έκανε μπουγάδα, μούχε πει και τα ρέστα καραμέλες 
απ’ την χαρά μου σκόνταψα  στο πέτρινο δρομάκι, 
έπεσα, άρχισα να κλαίω.   Αίμα  άρχισε να τρέχει απ’ το
γόνατό μου. Ο μπάρμπας μου ο Μήτσος που έπαιζε
κοντσίνα βρήκε λίγο μπαμπάκι οινόπνευμα πράσινο
άρπαξε έναν αχυρένιο σπάγκο το έδεσε  και με έστειλε σπίτι…
Μόλις πρόλαβα να δω πάνω στον πάγκο είχε δυο γυάλες
η μια με κόκκινες καραμέλες η άλλη με πράσινες ένα 
κουτί μπλε έγραφε καραμέλες ΝΑΣΚΟ, δεν πρόλαβα να του
πω και τα ρέστα καραμέλες,  σκέτη καταστροφή.
Σήμερα το ίδιο ακριβώς σπίτι υπάρχει όπως τότε δεν 
έπεσαι με τους σεισμούς, κλειστές οι πόρτες, τα παράθυρα,
μέσα του κρύβει θησαυρούς αναμνήσεων… απέναντί  του 
υπήρχε ένα πουρνάρι όπου στην ρίζα του πάνω σε πέτρες
καθόταν οι χωριανοί και συζητούσαν. 
Ακόμα και την εποχή πολέμου υπήρχε που και που 
έκαναν την εμφάνισή τους και  Ιταλοί φαντάροι ερχότανε
βγάνανε τα όπλα τους τα βάζανε όρθια στην πάντα 
παράγγελναν κρασί και κουτσόπιναν, είχαν γράψει στον
εξωτερικό τοίχο  στην αριστερή του πλευρά τη λέξη 
Magazino μια ήσυχη γωνιά για ξεκούραση εκεί που τελείωνε
το χωριό Μαρκάτα κι άρχιζαν  τα Βασιλοπουλάτα στην Πύλαρο.
Έφυγαν οι άνθρωποι,  κόπηκε το πουρνάρι, ερήμωσε ο τόπος,
άλλαξαν τα πάντα, περαστικός κι εγώ, στέκομαι 
απέναντί του,  εκστατικός απολιθωμένος από τις αναμνήσεις
της τότε παιδικής ζωής, ξαναζούν μπροστά μου τα χρώματα, 
το γαλάζιο λουλάκι, οι πρασινοκόκκινες καραμέλες, 
οι καλοκάγαθες μορφές των θαμώνων, των αγαπημένων
μου προσώπων,   αυτές που έμειναν στην Κεφαλονιά, 
αυτές που δεν με συνόδευαν  στην κατάκτηση του κόσμου.
Όλα έφυγαν, ο κόσμος άλλαξε  κι ως αυτό ως οίκημα το 
μαγαζί του Πάτρε  να επιμένει να υπάρχει;
 Γαβριήλ Παναγιωσούλης 
  

Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Εντυπώσεις...

Εντυπώσεις από το καλοκαίρι του 2017 στο χωριό που γεννήθηκα Μαρκάτα, Καφελονιάς
                                                Σήμερα ξαναπέρασα…


Ήταν διώροφο, το υπόγειο γεμάτο βαρέλια κρασιού, μπροστά απ’
την πόρτα του υπογείου μια στέρνα με αλώνι, στην αυλή είχε και
κούνιες για τα κορίτσια, περνούσα κάπου, κάπου και κατέβαινα κι εγώ,
με φώναζαν να παίξουμε, η κυρία στο επάνω πάτωμα πάντα
παρφουμαρισμένη κάπως στρουμπουλή, ο άνδρας της επιχειρήσεις στάνες στο εξωτερικό. Δεν έμεναν όλο τον χρόνο στο χωριό, ταξίδευαν το χρησιμοποιούσαν για εξοχικό τους.
Σήμερα ξαναπέρασα απ’ το δρομάκι αυτό των Μαρκάτων, με τρόμαξα
τα ερείπια, η θύμηση και η νοσταλγία για τα παλιά φούντωσαν πάλι,
 θυμάμαι που θαύμαζα τα σπίτια και τους κατοίκους του, η μάνα μου
 μοδίστρα τους έραβε κι εγώ ήμουν που παρέδινε το φόρεμα στην
 δικαιούχο, περιμένοντας να με φιλέψουν κάτι… ήταν η τεράστια
ανισότητα της κοινωνίας μας
Η διαφορά μας αυτοί είχαν να φάνε ενώ εμείς δελτίο, μια φέτα ψωμί
στην καθισιά μας, κι αυτό αν υπήρχε. Ήταν αυτά τα σπίτια που λέγανε
ότι είχαν και εσωτερική τουαλέτα μέσα σε ντουλάπα αλλά την έκρυβαν
από ντροπή…στο χωριό το ψιθύριζαν κρυφά ότι το τάδε σπίτι έχε
τουαλέτα μέσα…μια μέρα από περιέργεια άνοιξα την ντουλάπα και
την είδα ήταν χρώματος κόκκινου σα να λέμε ένας κάνταρος.
 Μετά έφυγα και πήγα σπίτι μου, η μάνα μου είχε μια κοπέλα
 σπίτι και της έκανε πρόβα σε φόρεμα, μπήκα απότομα, πρόλαβα και
 είδα το στήθος της, η κοπέλα ντράπηκε, εγώ κοκκίνησα βγήκα στον
δρόμο πήρα το ραβδί μου και έψαξα να βρω παιδιά να παίξουμε
γουρουνούλα, είχα και το πικιόνι. (Τενεκεδένιο κουτί)

Από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν παιδικές φωνές και θόρυβος από
στεφάνια που κυλούσαν στον χωματένιο δρόμο.
Ο πατέρα είχε βγει βόλτα στο καφενείο…
Μια σκηνή της εποχής του λύχνου, αυτού που μας έφεγγε το βράδυ όταν
δεν τούτρωγαν το φυτίλι οι γάτες.                                   
Σήμερα, ο λύχνος έπαψε να φωτίζει, φέρανε το ηλεκτρικό, νερό 
τρεχούμενο, Έφυγαν οι άνθρωποι ερήμωσε ο τόπος, τα ερείπια το μαρτυρούν είναι 
μνημεία ότι κάποτε υπήρχε ζωή, ότι κάποτε υπήρχαν άνθρωποι…
 στα Μαρκάτα Πυλάρου Κεφαλονιάς.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης



Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Απ΄την ζωή του σήμερα...

Για μια ακόμη χρονιά συναντηθήκαμε Σάββατο βράδυ 9 Σεπτεμβρίου 2017  για να εορτάσουμε την επέτειο των γενεθλίων της Κλεοπάτρας, εγγονής μας που γεννήθηκε στις 11 του Σεπτέμβρη, ένεκα που η 11 Σεπτέμβρη είναι ημέρα σχολείου και εργασίας….

Γαβριήλ Παναγιωσούλης  


Σάββατο, 9 Σεπτεμβρίου 2017

Μια Πλωτή Κιβωτος...

                                                    Μια ιστοριούλα απ’  τα παλιά

                                                Μια πλωτή κιβωτός
Ήταν ένας γάτος μαύρος, στο πέλαγος τριβόταν κάθε μέρα στα πόδια μου, λένε ότι τους γάτους τους πιάνει η λαμαρίνα του βαποριού και παθαίνουν ψυχικές αρρώστιες. Δηλαδή τρελαίνονται, για να μην τον πιάσει η  λαμαρίνα του είχαμε κρεμάσει στο λαιμό του μια κόκκινη κορδέλα με ένα χάλκινο μενταγιόν, ο χαλκός, το μπακίρι είναι το αντίδοτο.
Τον φωνάζαμε  Νεγρίτο είχε μπει σαν κλέφτης στο βαπόρι από κάποιο λιμάνι της Ασίας, εκεί στο ίδιο λιμάνι είχε μπαρκάρει μια ξανθιά Μαϊμού, αφεντικό  της ένας αξιωματικός του πλοίου, ήταν κι ένας μικροσκοπικός πίθηκας, ε! αυτόν τον είχε μπαρκάρει ένας Συριανός θερμαστής, κι ένας κόκορας αυτόν τον κόκορα τον είχε ένα παιδάκι αγκαλιά ξυπόλυτο τα μάτια του γεμάτα μύγες μόλις με είδε έπεσε πάνω μου και μου τον πρόσφερε, ένας  Άραβας συνοδός μας πλήρωμα ρυμουλκού  τούδωσε μια χάρτινη λίρα (east Africa pound)  αναγκαστικά τον πήρα ένα  ενθύμιο της Σοκότρας. Ο μαύρος γάτος μπαρκάρισε μόνος του δεν ρώτησε κανέναν.  Με την ξανθιά μαϊμού είχαμε γίνει εχθροί, όποτε με έβλεπε μου έδειχνε τα δόντια της  και γρύλιζε,  στην τραπεζαρία φαγητού είχε ειδική καρέκλα κι έτρωγε την μπανάνα της πάντα δεμένη απ’  τον λαιμό, το αφεντικό της έτρωγε δίπλα.  Μόλις πιάσαμε στο Άντεν σημερινή Υεμένη ξεμπάρκαραν τις δυο μαϊμούδες, άλλαξε πλήρωμα (αξιωματικούς)  ο γάτος και ο κόκορας έμειναν.  

Κάποτε φθάσαμε στο Ρότερνταμ Ολλανδίας,  πήγαμε  για επισκευή και δεξαμενισμό στο Σκεντάμ   στον Dry  Dock New Waterway καθίσαμε αρκετόν καιρό 30 μέρες περίπου. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν και ο εφοπλιστής, ένας βέρος Κεφαλονίτης καταγωγή από Πύλαρο.
 O γάτος θεώρησε υποχρέωσή του να πάει να τριφτεί στα πόδια του, γούρλωσαν τα μάτια του, έβαλε τις φωνές, μαύρος γάτος στο βαπόρι μου είναι γρουσουζιά, είναι κακή τύχη. ---Να τον βγάλεις έξω, μου λέει.
Τι  να κάνω την άλλη μέρα τον βάζω σε ένα τσουβάλι και το βραδάκι τον πάω περπατώντας προς το κέντρο του Σκεντάμ, πάω σε μια σκοτεινή γωνιά ανοίγω το τσουβάλι, ο γάτος έγινε καπνός. Εκεί κοντά ήταν κι ένα κέντρο χορού το De Vest Dance,  όπου πηγαίναμε κάθε βράδυ για χορό ή να κονομήσουμε φιλενάδα, πήγα λοιπόν στο κέντρο και μετά γύρισα στο βαπόρι.
Οποία η έκπληξή μου, πρωί, πρωί ο γάτος ήταν πάλι στο βαπόρι. Ρώτησα τους γηραιότερους τι μπορώ να κάνω, έτσι την άλλη μέρα, σαν βράδιασε, τον έβαλα πάλι στο τσουβάλι, μαζί με φίλο ναυτικό πήραμε  το τραμ απ το Σκεντάμ και πήγαμε  στο κέντρο του Ρότερνταμ, θυμάμαι έναν σταθμό  με μπλε γράμματα Central εκεί κατεβήκαμε με το τσουβάλι, στο ημίφως μιας οδού άνοιξα το τσουβάλι, ο γάτος το έβαλε στα πόδια, μετά  κάναμε βόλτα στο κέντρο ζητώντας γνωριμίες με κορίτσια. Πιάσαμε την συζήτηση με δυο κοπέλες (σοκολατιέρες τις ονόμαζαν οι ναυτικοί) συμφωνήσαμε να πάμε την επόμενη βραδιά στον κινηματογράφο να δούμε το «Ο χριστός ξανα-σταυρώνεται»  του Καζαντζάκη.
Δεν ήρθαν κι εμείς γυρίσαμε άπρακτοι στο βαπόρι για να πάμε την επόμενη στην γειτονιά του Κάτεντραχτ όπου ήταν γεμάτη από Έλληνες ξέμπαρκους ναυτικούς, μπαρ, γυναίκες και ότι ζητά η ψυχή του ναυτικού. Στο μπαρ του Κώστα και της Λούλας σερβίριζαν τους πελάτες έλληνες ξέμπαρκοι μέχρι να βρουν μπάρκο,  άλλοι πήγαιναν στο Seaman house σπίτι του ναυτικού Stella Maris εκεί τους παρείχαν διάφορες εξυπηρετήσεις, και μάθαιναν τα νέα για τα Ολλανδέζικα βαπόρια πια ζητούν πληρώματα, θα έπρεπε όμως να βγάλουν φυλλάδιο Ολλανδικό. Πολλοί το κατάφερναν.
Ένας που μας σερβίριζε στο μπαρ της Λούλας ήταν και ο Ηλίας Κ. μορφωμένος ευγενής με γλώσσες έλληνας εξ Αιγύπτου ζητούσε μπάρκο έτσι όταν ετοιμασθήκαμε μπαρκάρισε στο βαπόρι μας ως λαδάς μηχανής. Όμως είχε το μικρόβιο της χαρτοπαιξίας, παίζανε πόκα, πόκερ στο πέλαγος μέχρι να ξημερώσει, πάντα  έχανε μέχρι, όταν τελείωναν τα λεφτά του παίζανε τα τσιγάρα του.
Έφυγα απ’ το βαπόρι αυτό συνέχισε για Αργεντινή,  μου είπαν ότι    πέθανε στο πέλαγος, τηλεγράφησαν στους δικούς του στην Ελλάδα αν θέλουν να τον στείλουν πεθαμένο, η απάντηση ήρθε γρήγορα ΟΧΙ.
Όσοι τον ξέραμε μείναμε έκπληκτοι από την απάντηση, ήταν καλός άνθρωπος είχε όμως το μικρόβιο του τζόγου.
Σήμερα κοιτάζοντας στο παράθυρό μου βλέπω τον μαύρο γάτο, mi Negrito  δεν ξέρω αν είναι ο ίδιος έστω κι ας λένε ότι είναι εφτάψυχοι.   


Γαβριήλ Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Καλό μήνα Σεπτέμβρη

Φωτογραφίες από την γη του φωτός, του ήλιου και την γαλάζιας θάλασσας αυτού που τόσο μας λείπει εδώ στην Νέα Υόρκη
1η Σεπτεμβρίου 2017  

Ένας με Jet Ski ακολουθεί τα βαποράκι μας κάνοντας φιγούρες στο στενό της Ιθάκης Κεφαλονιά  


  Γαβριήλ  Παναγιωσούλης


Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Χωρίς Λόγια # 4

High school Graduation of our grandson, Louis-Gabriel
June 22nd 2017  



Lefteris Karkas Καλημέρα! Κάθε λέξη απ τα γραπτά σας ζυγίζει 100 κιλά, διότι έχετε ζήσει αυτά που γράφετε. Περιμένω τα κείμενά σας κάθε εβδομάδα.

Αγγελικη Μαρκετου Παιδακια ευτυχισμενα μεσα στη δυστυχια τους! Ερρωσο, αγαπητε Γαβριηλ! Υπο μια εννοια εισαι τυχερος που εζησες μια τετοια εποχη που στα ματια των σημερινων παιδιων ειμαι σιγουρη πως ειναι απολυτα ακαταλαβιστικη και απιστευτα μακρυνη.


Georgia Likoudi Pollatou Μιά ζωή ονειρεμένη που πρέπει να βιώνει κάθε παιδί γιατί σε όλα όσα θυμάσαι αγαπητέ φίλε κρυβόταν μιά μαγεία ανεπανάληπτη.

Xenos Ioannis         
Συμπατριώτη Γαβριήλ , Τι ωραία που τα λες και τι ωραία που τα γράφεις ! Πάρα πολλά συγχαρητήρια για την πένα σου αλλά και την διαδρομή της ζωής σου . Είσαι ασυναγώνιστος , σαν κεφαλλονίτης που είσαι . Σε ευχαριστούμε πάρα πολύ !!!!!!!

Elizabeth Echeverria Just like seasons bring their own beauty in time so does life in every change and circumstances bring joy, disappointment, laughter, tears ... at the end it is not "happy people" who are Thankful, it is Thankful people who are Happy. You have Made the best life do you and your family Gabriel from that handsome "marinero" to a wise and blessed family men. God bless
Iris Linardatou "Ο αδυσώπητος χρόνος που τρέχει σαν τον άνεμο , γλιστρά ανάμεσα στις καλές και κακές στιγμές μας και όταν εμείς απορημένοι αναρωτιόμαστε πότε πέρασε ο καιρός , εκείνος κοροϊδευτικά μας βγάζει τη Χωρίς Λόγια # 4 γλώσσα ....................." Το κείμενο σας υπέροχο !


Fedra Fedra Η ευτυχια της αγνοιας και του τι κρυβεται περα απο κει που εισαι!!!!!...Η ευτυχια του να απολαμβανεις αυτο που εχεις,και να ανακαλυπτεις -εφευρεις -διαρκως καινουργια, με καθαρη καρδια!!!!!!! Ευχαριστω αγαπημενε μας φιλε!!!!
                                           Γαβριήλ  Παναγιωσούλης

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Χωρίς Λόγια # 3

Happy Father's Day  2017
Happy Summer!
Καλό καλοκαίρι στους αγαπητούς-τες Αναγνώστες και φίλους-λες του ΠΥΛΑΡΟΣ 


Pasxalia Pal όσο & αν η ζωή είναι ακάθεκτη δεν μπορεί να μεταλλάξει την ευγενική ψυχή σας, τα αγνά αισθήματά σας, την αγάπη σας για την φύση την ζωή & τους ανθρώπους!! καλό βράδυ!!!

Μανωλάτος Γαβριήλ Εικόνες απίστευτες, φαντασιώσεις αχαλίνωτες, στιγμές χωρίς φραγμούς και όνειρα απατηλά όχι μόνο για ναυτικούς αλλά για τον καθένα, είναι η αφήγησή σου Γαβριήλ. Να μας θυμάσαι πιο συχνά...

Μανωλάτος Γαβριήλ Διήγημα μιας σελίδας, διήγημα μιας ζωής διήγημα σπάνιο και συναρπαστικό

Αγγελικη Μαρκετου Ειναι απιστευτα οδυνηρο, να νοιωθεις την ματαιωση.. Ποσο σε νοιωθω αγαπητε Γαβριηλ.. Αλλα να, εκει που η πικρα ερχεται σε κατακλυζει, καποιο παραθυρακι ανοιγει δειλα στην αρχη, και κανεις ενα βηματακι μπροστα κι αλλο ενα κι αλλο ενα.. Με κοπους βεβαια.. Υπεροχο το κειμενο σου για πολλοστη φορα!

Tassos Rigopoulos Πολύ δυνατό κείμενο, όπως πάντα! Συγχαρητήρια!

Giannopoulos Theofilos ...πραγματικά ένιωσα σα να διάβαζα για τον εαυτό μου κύριε Gabriel! Έχετε τον σεβασμό μου,σπεύδω να διαβάσω όσα μας μεταφέρετε μές απο αυτη τη γωνιά! Να είστε κάλα,τους χαιρετισμούς μου απο την Θεσσαλονίκη!

Eleftheria Tourtoulis Να τις γράψεις αυτές τι μικρές ιστορίες σε βιβλίο που θα μείνουν. Πολλοί τις πέρασαν μα λίγοι μπορούν να τις γράψουν.

Γαβριήλ Παναγιωσούλης